γοητεύω

γοητ-εύω,
A bewitch, beguile, Pl.Grg.483e, etc.:—[voice] Pass., Id.R.412e, 413b, D.19.102, etc.; fascinate, as a snake, Plot.4.4.40.
2 abs., play the wizard, D.L.8.59.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γοητεύω — bewitch pres subj act 1st sg γοητεύω bewitch pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοητεύω — γοητεύω, γοήτευσα και γοήτεψα βλ. πίν. 19 ,βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • γοητεύω — (AM γοητεύω) [γόης] ασκώ μαγική επίδραση, μαγεύω νεοελλ. σαγηνεύω (αρχ. μσν.) παραπλανώ, παρασύρω αρχ. είμαι μάγος …   Dictionary of Greek

  • γοητεύω — [гоитэво] р. очаровывать, обольщать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γοητεύω — γοήτευσα, γοητεύτηκα, γοητευμένος 1. μαγεύω: Εντυπωσιάστηκα βλέποντας το φακίρη που γοήτευσε το φίδι. 2. θέλγω, σαγηνεύω: Μεγοήτευσε με την ευγένειά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γεγοητευμένα — γοητεύω bewitch perf part mp neut nom/voc/acc pl γεγοητευμένᾱ , γοητεύω bewitch perf part mp fem nom/voc/acc dual γεγοητευμένᾱ , γοητεύω bewitch perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοητεύῃ — γοητεύω bewitch pres subj mp 2nd sg γοητεύω bewitch pres ind mp 2nd sg γοητεύω bewitch pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγοητευμένον — γοητεύω bewitch perf part mp masc acc sg γοητεύω bewitch perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοητευθέντα — γοητεύω bewitch aor part pass neut nom/voc/acc pl γοητεύω bewitch aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοητευομένων — γοητεύω bewitch pres part mp fem gen pl γοητεύω bewitch pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γοητευόμενον — γοητεύω bewitch pres part mp masc acc sg γοητεύω bewitch pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.